δάκνω


δάκνω
кусаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δάκνω" в других словарях:

  • δάκνω — (AM) 1. δαγκώνω, πληγώνω με τα δόντια 2. κεντώ, ερεθίζω 3. (για τον νου, το πνεύμα ή την καρδιά) λυπώ, στενοχωρώ («δάκε δὲ φρένας Ἕκτορι μύθος» ο λόγος στενοχώρησε τον Έκτορα) μσν. διαπερνώ, διατρυπώ αρχ. 1. σφίγγω απλώς ή κρατώ κάτι με τα δόντια …   Dictionary of Greek

  • δάκνω — bite pres subj act 1st sg δάκνω bite pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκνετον — δάκνω bite pres imperat act 2nd dual δάκνω bite pres ind act 3rd dual δάκνω bite pres ind act 2nd dual δάκνω bite imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκνον — δάκνω bite pres part act masc voc sg δάκνω bite pres part act neut nom/voc/acc sg δάκνω bite imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) δάκνω bite imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδηγμένα — δάκνω bite perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδηγμένᾱ , δάκνω bite perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδηγμένᾱ , δάκνω bite perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκνεσθε — δάκνω bite pres imperat mp 2nd pl δάκνω bite pres ind mp 2nd pl δάκνω bite imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκνετε — δάκνω bite pres imperat act 2nd pl δάκνω bite pres ind act 2nd pl δάκνω bite imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκνῃ — δάκνω bite pres subj mp 2nd sg δάκνω bite pres ind mp 2nd sg δάκνω bite pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακνομένων — δάκνω bite pres part mp fem gen pl δάκνω bite pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακνόμεθα — δάκνω bite pres ind mp 1st pl δάκνω bite imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακνόμενον — δάκνω bite pres part mp masc acc sg δάκνω bite pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)